εκβολη

εκβολη
    ἐκβολή
    ἐκ-βολή
    ἥ
    1) выбрасывание
    

αἱ ἐν τοῖς χειμῶσι ἐκβολαί Arst. — выбрасывание за борт грузов во время бурь

    2) изгнание
    

(ἐκ τῆς πόλεως Plat., Polyb.; τῶν τυράννων Arst.)

    3) опровержение
    

(τῆς δόξης Plat.)

    4) произрастание
    

περὴ σίτου ἐκβολήν Thuc. — в то время, когда колосится хлеб;

    ἐ. ὀδόντων Arst. — появление зубов

    5) проливание
    

δακρύων ἐκβολὰς διδόναι Eur. — вызывать обильные слезы

    6) вывих
    

(ἐκβολαὴ τῶν ἄρθρων Plut.)

    7) отклонение, отступление
    

(ἐκβολέν τοῦ λόγου ποιεῖσθαι Thuc.; ἐκβολαὴ καὴ παρατροπαὴ τῆς ἱστορίας Plut.)

    8) выход, устье
    

(τοῦ ποταμοῦ Her., Thuc., Arst., Plut.)

    ἐκβολέν ποιεῖσθαι εἰς πέλαγος Plut. — впадать в море

    9) проход, ущелье
    

(ἐ. τοῦ Κιθαιρῶνος Her.)

    10) (нечто) выброшенное
    

δικέλλης ἐ. Soph. — выкопанная земля;

    οὐρεία ἐ. Eur. — брошенное в горах (об оставленных на растерзание зверям детях);
    ἐκβολαὴ νεώς Eur. — выброшенные на берег обломки корабля


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "εκβολη" в других словарях:

  • ἐκβολή — throwing out fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκβολή — η (AM ἐκβολή) 1. το να εκβάλλεται κάτι, να βγαίνει από τη θέση του, εξαγωγή, βγάλσιμο («εκβολή ριζών») 2. το μέρος όπου ο ποταμός χύνεται στη θάλασσα νεοελλ. (ως ναυτικός όρος) είδος αβαρίας αρχ. μσν. 1. εκδίωξη, εξορία 2. φρ. «ἐκβολὴ ἄρθρου»… …   Dictionary of Greek

  • εκβολή — η 1. βίαιη εξαγωγή, απόσπαση, εκδίωξη: Εκβολή εμβρύου (άμβλωση). 2. (για ποταμό), ιδίως στον πληθ., οι εκβολές το στόμιο, το σημείο όπου ο ποταμός χύνεται στη θάλασσα. 3. (ναυτ.), είδος αβαρίας, η χύση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκβολῇ — ἐκβολῆι , ἐκβολεύς inspector of dykes masc dat sg (epic ionic) ἐκβολή throwing out fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκβολῆ — ἐκβολεύς inspector of dykes masc nom/voc/acc dual ἐκβολεύς inspector of dykes masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοίλανση ή εκβολή — Μέθοδος μηχανικής επεξεργασίας, η οποία εκμεταλλεύεται την ιδιότητα ελατότητας ορισμένων μετάλλων και συνθετικών υλών, για να τα μεταβάλει από κομμάτια ή πλάκες, σε κοίλα σώματα, με διατομή μικρότερη από τη διατομή του αρχικού τεμαχίου και με… …   Dictionary of Greek

  • ἐκβολαῖς — ἐκβολή throwing out fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκβολαῖσι — ἐκβολή throwing out fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκβολαῖσιν — ἐκβολή throwing out fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκβολαί — ἐκβολή throwing out fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκβολῇσιν — ἐκβολή throwing out fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»